Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009


Άγιο Όρος

Η Χερσόνησος του Αγίου Όρους (ΑΟ), ο βορειοανατολικός δάκτυλος της γιγαντιαίας µυθικής παλάµης της Χαλκιδικής, που εισέρχεται σε βάθος 60 και πλέον χιλιοµέτρων στο Αιγαίο πέλαγος, κατέχει έκταση 332,5 τετρ. χιλιοµέτρων.

Η κατάσταση εδαφολογικά χαρακτηρίζεται ανώµαλη: λοφοσειρές που αρχίζουν από τη Μεγάλη Βίγλα, παραλλήλως κατευθυνόµενες προς το νότιο άκρο, παρατάσσονται, για να στηρίξουν στην απόληξη τους, τον µυθικό πέτρινο γίγαντα Άθω, ύψους 2.035 µέτρων. Η γη είναι κατάφυτη, χωρίς να είναι ιδιαίτερα λιπαρή. Γίνεται όµως τέτοια στους κήπους των σκηνωµάτων, όπου, αιώνες µοναστικού µόχθου, δηµιούργησαν γη καρπερή, από φυσικό λίπασµα, φυλλόχωµα µεταφερµένο από το δάσος.Η Χερσόνησος, πριν καθιερωθεί σε µοναχοπολιτεία, αποτελούσε τον τόπο όπου κατοικούσαν φύλα «δίγλωσσα», «Xαλκιδικόν ένι βραχύ, το δε πλείστον Πελασγικόν». Οι κοινότητές τους δεν ήταν παρά «µικρά πολίσµατα», ολιγάνθρωπα και περιορισµένης ιστορικής σηµασίας (Θουκυδίδης ΙV 109 - Στράβων VII 35). Ορισµένες πόλεις, εντός των ορίων της Χερσονήσου, µας είναι γνωστές: «∆ίον, Ολόφυξος, Ακρόθωον, Θύσσος, Κλεωναί» (Ηρόδοτος VII 22). Εκτός δε Χερσονήσου, βρίσκονται οι πόλεις : Πάνορµος, Στρατονίκη, Άκανθος, Σίγγος, Απολλωνία, Στάγειρα, Αµφίπολις, Γαληψός, Όλυνθος, Άσσα, Πύλωρος, Σίγγος, Σάρτη, Τορώνη, Ποτείδαια, Ουρανούπολις κ α. (Κλαύδιος Πτ., Γεωγρ. Υφ. 13, 11 - Ηρόδοτος V11 122. - Στράβων V11 35. - Στέφ. Βυζ., εκδ. Meinekii, 6. 65, 135, 229, 523, 557, 685).Ο Άθως συνέδεσε την ιστορία και µε δύο καταποντισµούς στόλων. Ο πρώτος συνέβη το 492 π.χ. όταν ο στρατηγός των Περσών Μαρδόνιος εκστρατεύει κατά των Αθηνών και της Ερέτριας. Στους βράχους του Νυµφαίου βυθίζονται τα 300 πλοία εκείνου, µαζί µε 20.000 οπλίτες. Το 411 π.χ. βυθίζονται 50 Σπαρτιάτικα πλοία, µε ναύαρχο τον Επικλέα (∆ιόδωρος Σικ., Βιβλ. Ιστ. XIII 41, 1-3). Ο εποικισµός του Άθω είναι αρχαιότατος και χάνεται στην αχλύ της πρωτοϊστορίας. Ως πρώτοι έποικοι αναφέρονται Πελασγοί από τη Λήµνο (Στράβων VII 35,). Μετά την λήξη του Τρωϊκού πολέµου, το 1184 π.χ. ,µεγάλες περιοχές κοντά στην Τροία, µέχρι και τη Χαλκιδική, βρίσκονται έρηµες και ακατοίκητες. Τότε δύο δυναµικές πόλεις της Εύβοιας, η Ερέτρια και η Χαλκίς, αλλά και η Άνδρος, πολίζουν τη Χαλκιδική, φυσικά και τον Άθω (Θουκυδ., IV 109 . - Στράβων Χ 8 VIII 31. - Στέφανος Βυζ. Όπ. π. σ. 685). Το επίτευγµα που πρέπει να αναφερθεί από την αρχαιότητα είναι το ότι κατά το 481 ολοκληρώθηκε η κατασκευή της διώρυγας του Άθω από τον Ξέρξη που διήρκεσε 3 χρόνια (Ηρόδοτος VII 22. - Στράβων VII 35. - Aίλιος Αριστ. - Παναθηναϊκός 120 - 122 και 126 - 128). Στη µυθολογία ο Άθως κατέχει µέρος σηµαντικό, αφού ήταν αφιερωµένος στο ∆ία (Αισχύλος, Αγαµέµνων 282. - Ησύχιος, στη λ. «Άθωος»). Την κορυφή του πατούσαν µόνο οι Θεοί, στο διάβα τους από τόπο σε τόπο, (Όµηρος Ξ 224 - 230). Ή έπεµπαν φρυκτωρίες, «λαµπρόν σέλας», επί µεγάλων κοσµοϊστορικών γεγονότων, όπως η πτώση της Τροίας (Αισχύλος, όπ. π.). Κατά το µεγάλο κοσµοϊστορικό και κοσµοχαρµόσυνο γεγονός του ευαγγελισµού των εθνών, ο Άθως δέχθηκε, πάλι, «λαπρόν σέλας», για να το καταπέµψει εν τω δέοντι καιρώ. Ο Απόστολος Παύλος και οι λοιποί θετοί συνοδοί του, περνούν πλάι του, «διοδεύοντες Αµφίπολιν και Απολλωνίαν» (Πρξ. Ιγ’ 1).

Εκχριστιανίζεται ταχύτατα, παρασκευαζόµενο την εσόµενη απογείωσή του. Με τον ισλαµικό επεκτατισµό, από τον Ζ’ αι., τα πολίσµατα του Άθω, δεχόµενα συχνές επιδροµές βάρβαρων φύλων, ερηµώνονται, επί ένα, ίσως και δύο αιώνες, ως προάγγελος της εισόδου σε µια νέα κλήση. Ο πρώτος οικιστής, ο οποίος και εγκανιάζει τη νέα κλήση του Άθω είναι ο Άγιος Πέτρος ο Αθωνίτης (Η’ αι.). Ο Πατήρ ασκήτευσε εδώ επί 53 χρόνια, χωρίς να συναντήσει άνθρωπο. Μετά την κοίµησή του, το µυροβλύζον σκήνος του, αλλά και η φήµη των ασκητικών παλαισµάτων του, ελκύουν τους πρώτους µιµητές, προερχόµενους µάλλον από την Παλαιστινιακή γη, ξεριζωµένοι από τις µοναστικές τους εστίες, λόγω της ισλαµικής προέλασης, Τούτο επιβεβαιώνεται και από τη χρήση ονοµασιών Παλαιστινιακών µονών στον Άθω. Όλοι τούτοι απετέλεσαν και την πρώτη ζύµη της Αγιορείτικης µοναχοπολιτείας, γι’ αυτό και επειδή είχαν ιστορία εικονόφιλης δράσης, συµµετείχαν στη Ζ’ Οικουµενική Σύνοδο, το 843 (Ιωσήφ Γενεσιος, Βόννης σ. 82). Κατά τον Θ’ αι., πολλοί επιφανείς ασκητές, µε τα ασκητικά τους παλαίσµατα, εµπεδώνουν την ονοµασία του Άθω ως ΑΟ. Κατά το 859 - 860, βρίσκεται να ασκητεύει εδώ ο Άγιος Ευθύµιος, µαζί µε τον Ιωσήφ. ∆ύο µαθητές του Αγίου, ο Ιωάννης ο Κολοβός και ο Όσιος Βασίλειος, ιδρύουν τις πρώτες µονές στον Άθω: ο πρώτος την οµώνυµη µονή κοντά στην Ιερισσό και ο δεύτερος άλλη οµώνυµη µονή στον αρσανά της Μ. Χιλανδαρίου. Ένας άλλος, σύγχρονός τους, ο Άγιος Βασίλειος εξ Αµορίου, ιδρύει µονύδριο στα ριζά του Άθωνα.

Το 883 εκδίδεται και το πρώτο αυτοκρατορικό χρυσόβουλλο, από τον Βασίλειο Ά Μακεδόνα, µε το οποίο και ευνοείται η απρόσκοπτη ανάπτυξη του ΑΟ σε µοναχοπολιτεία, µε το αίτηµα, οι εδώ ασκούµενοι να εύχονται «υπέρ της γαληνότητος και υπέρ παντός του των χριστιανών συστήµατος».Το δεύτερο χρυσόβουλλο εκδίδεται το 908, και το τρίτο το 934, όπου δείχνεται το αυτοκρατορικό ενδιαφέρον υπέρ του ΑΟ. Από δω διαπιστώνεται πως το πνευµατικό κέντρο του ΑΟ, µε διοικητικές αρµοδιότητες, µετεφέρθη από τον Ζυγό στις Καρυές και πως το Πρωτάτο, ως «καθέδρα των γερόντων», αποτελεί το σύµβολο της πνευµατικής εξουσίας και της παναγιορειτικής ενότητας. Το 942 - 944 , µε ειδικό επίσηµο έγγραφο, διευθετείται και η οριοθέτηση µεταξύ των Αθωνιτών και των Ιερισσιωτών, µε φυσικό σύνορο τον Ζυγό, όπως και σήµερα. Τον Ί αι. το ΑΟ επιβάλλεται ως πανορθόδοξη και οικουµενική µοναστική πολιτεία, από την παρουσία του Αγίου Αθανασίου, ο οποίος γεννήθηκε στην Τραπεζούντα το 930 και πέθανε στη Μεγίστη Λαύρα, που αυτός ίδρυσε, το 997. Το 961 ο Αθανάσιος, καλεσµένος στην Κρήτη, από τον ανδρείο στρατηγό και µετέπειτα αυτοκράτορα (963) Νικηφόρο τον Φωκά, συντελεί στην ανακατάληψη της Νήσου από τους σαρακηνούς που την κατείχαν. Η εκστρατεία εκείνη, µεγάλης σηµασίας για τη Μεσόγειο, στέφεται από επιτυχία, δι’ ευχών του Αγίου. Οι πειρατικοί θησαυροί στα 1.500 σπήλαια της Κρήτης περνούν στην κατοχή των νικητών. Ο Νικηφόρος παραχωρεί µε ευγνωµοσύνη στον δάσκαλό του, που συντέλεσε στην κατάληψη,µέρος εκείνου του θησαυρού, για να ιδρυθεί η Λαύρα. Η ανέγερση της Λαύρας εισάγει επαναστατική εποχή για τ’ αγιορείτικα πράγµατα, επειδή τα συντηρητικά στοιχεία του Άθω την αντιµετωπίζουν ως επικίνδυνη καινοτοµία, που ανέτρεπε τον ήδη διαµορφωµένο θεσµό του ερηµιτισµού στον Άθω. ∆ηµιουργείται κλίµα διχοστασίας και οι φιλονεικίες φτάνουν µέχρι τον αυτοκράτορα Ιωάννη τον Τσιµισκή (969 - 976), ο οποίος και στέλνει εδώ τον ηγούµενο της µονής Στουδίου Ευθύµιο. Ο Ευθύµιος επαναφέρει την ευταξία, εκδίδοντας και το Ά Τυπικό (972).

Ο ΙΑ΄ αι. αρχίζει µε το µεσουράνηµα του ΑΟ, το οποίο αναγνωρίζεται ως η µεγαλύτερη µοναστηριούπολη της οικουµένης, µε πρωτολογική και εσχατολογική εµβέλεια. Εδώ αλληλοπεριχωρούνται όλοι οι τρόποι µοναστικής άσκησης, από τον ακραίο ερηµιτισµό µέχρι και τον ιδιόρρυθµο. Οι µεγάλες Μονές είναι ήδη στερεωµένες: Μ. Λαύρα, Βατοπεδίου, Ιβήρων, Ξηροποτάµου, Ζωγράφου, ∆οχειαρίου, Φιλοθέου, Εσφιγµένου, Ρωσικού, Αµαλφηνών. Λειτουργούν και περί τα 180 µονύδρια, κελλιά και καλύβες, ενώ ο αριθµός των µοναχών ανέρχεται σε 3.000 και πλέον. Οι µεγάλες Μονές είναι αυτοδιοικούµενες και ανεξάρτητες από τη βουλή του Πρώτου. Και καλούνται «βασιλικαί», «µέγισται», «πρώται», ενώ οι άλλες χαρακτηρίζονται ως «ελάσσω», «δεύτεραι», «τα υπό τον Πρώτον µοναστήρια».

Το 1045 συντάσσεται το Β΄ Τυπικό, µε σκοπό την επαναφορά όσων αθετήθηκαν. Τα υπογράφει ο Κων/νος ο Θ΄, ο Μονοµάχος. Ο Πρώτος αναγνωρίζεται ως ο πρόεδρος, ο «προκαθεζόµενος» των συνάξεων, ενώ παράλληλα µε τη σύναξη των γερόντων λειτουργεί η µικρή σύναξη διάρκειας, η Επιστασία.

Αλλά, φευ, οι λαµπρές µέρες που το ΑΟ απλωνόταν υπέρλαµπρο, φτάνουν στο τέλος. Η Αγιορείτικη κοινότητα κινδυνεύει συθέµελα µε τη βέβηλη κυριαρχία επί µεγάλου µέρους της βυζαντινής επικράτειας, µαζί και του Άθω, από τους σταυροφόρους της ∆΄ σταυροφορίας (1204). Τώρα το ΑΟ, µε γράµµα του Πάπα Ιννοκεντίου Γ΄ (27/11/1206), υπάγεται πολιτικά στο «κράτος», της Θεσσαλονίκης υπό τον Βονιφάτιο de Montisterrati και εκκλησιαστικά υπό τον «επίσκοπο» Σαµάρειας - Σεβάστειας, συµβατικής παπικής επισκοπής στη Θράκη (PL 215, 1030).Από δω και στο εξής, η τυραννία, οι αρπαγές, οι ταπεινώσεις, οι φόνοι θα είναι τρόπος ζωής. Τα µοναστήρια «αθρόον απέσβη καθάπαξ ρεύσαντα, των ενοικούντων δίκην ιερείων απανθρώπως ανηρηµένων» (PG 145, 432 εξ. 140, 1061BC).

Tο 1222 ο δεσπότης Ηπείρου Θεόδωρος ∆ούκας ανακαταλαµβάνει τη Μακεδονία και το Όρος βρίσκεται πάλι ελεύθερο. Το 1261, µε την ανακατάληψη της Πόλης, το Όρος ανανεώνει τους δεσµούς του µε το Πατριαρχείο. Η κατάσταση όµως θα παραµείνει ρευστή, επιτεινόµενη από τις συχνές εφόδους των Βουλγάρων, Σικελών, Φράγκων, Τούρκων.







Ο Αγ. Ευστράτιος, νέο μοντέλο αμφισβήτησης από Αγκυρα

Ηταν στις αρχές Φεβρουαρίου του 1996 όταν η Ελλάδα ανακάλυπτε ξαφνικά και επώδυνα ότι ένας νέος όρος ερχόταν για να μείνει στο καθημερινό της λεξιλόγιο: οι «γκρίζες ζώνες».






Με τον Ανδρέα Παπανδρέου στο Ωνάσειο και την κυβέρνηση Σημίτη στα σπάργανα, η Τουρκία θεώρησε ότι εκείνη ήταν η κατάλληλη στιγμή να περάσει σε μια νέα μορφή αμφισβήτησης της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας. Η ιδέα των Τούρκων ήταν... τυπικά τουρκική, πονηρά απλουστευτική: όσα νησιά και βραχονησίδες στο Αιγαίο δεν αναφέρονται με το όνομά τους ως ελληνικά στις συνθήκες, δεν είναι ελληνικά. Δεν είναι ξεκάθαρο πού ανήκουν, αποτελούν λοιπόν, «γκρίζες ζώνες»... Ομως, η Αγκυρα, δεν αρκέστηκε στη... θεωρία, αλλά επιχείρησε να περάσει και στην πράξη. Το αποτέλεσμα ήταν όλα όσα συνέβησαν εκείνες τις δραματικές ώρες, όπου οι δύο χώρες έφτασαν στο χείλος του πολέμου, η Ελλάδα θρήνησε τρεις αξιωματικούς και η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της εποχής ακόμα βρίσκεται σε σύγκρουση για το ποιος έχει την ευθύνη μιας διαχείρισης που, είναι πλέον από όλους αποδεκτό, ότι χωρίς την αμερικανική παρέμβαση, μάλλον θα είχε καταλήξει σε έναν πόλεμο με την Αθήνα δραματικά ασύντακτη στη διεξαγωγή του.






Εκτοτε, το θέμα των «γκρίζων ζωνών» επανήλθε σταθερά από τουρκικής πλευράς με διάφορους τρόπους και σε διάφορα επίπεδα, άλλοτε σοβαρότερα, άλλοτε λιγότερο σοβαρά. Πάντως, το προχθεσινό περιστατικό με τον χαρακτηρισμό του Αγίου Ευστρατίου ως αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη είναι ένα άλλο... μοντέλο αμφισβήτησης και κατά πολύ παλαιότερο από τις «γκρίζες ζώνες», στο οποίο η Τουρκία δεν υποστηρίζει ότι το νησί δεν ανήκει στην Ελλάδα, αλλά αμφισβητεί το δικαίωμα της χώρας να το εξοπλίζει στρατιωτικά, θέση που έχει συχνά εκφράσει για νησιά τόσο του βόρειου όσο και του νότιου ανατολικού Αιγαίου.






Τόσο στην περίπτωση των «γκρίζων ζωνών», όσο και σε εκείνη των αιτιάσεων για αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών, η Τουρκία επιμένει κατά σύστημα να παραβλέπει ή να διαστρεβλώνει σειρά από διεθνείς και διμερείς συνθήκες και άλλα κείμενα που ρυθμίζουν αναλυτικά τα σχετικά θέματα, όπως, μεταξύ άλλων, η Συνθήκη της Λωζάννης του 1923, η Σύμβαση του Μοντρέ του 1936, ή η Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947. Κι έτσι, η Αγκυρα, που φυσικά γνωρίζει πολύ καλά ότι τα νομικά κείμενα δεν είναι... με το μέρος της, επενδύει όλα αυτά τα χρόνια είτε στην απειλή βίας, είτε σε «κλεφτοπόλεμο εντυπώσεων», όπως προχθές με τη νατοϊκή άσκηση.

Αγιος εστράτιος